Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο Μικροαστός δε θέλει μπλεξίματα.





«Αυτοί οι τύποι, οι μικροαστοί, δε σκέφτονται ποτέ τους να αυτοκτονήσουν γιατί η ζωή τους ανήκει στο Θεό, αλλά στην ουσία, επειδή δεν αποφασίζουν ούτε για τη ζωή τους, ούτε για το θάνατό τους. Είναι αμνήμονες εκεί που τους συμφέρει, αλλά οραματιζόμενοι το μέλλον δε ζουν ποτέ ένα παρόν της προκοπής.

Κάνουν μακροπρόθεσμα όνειρα που, κατά κανόνα, τα προφταίνει ο θάνατος. Χτίζουν ντουβάρια. Αγοράζουν οικοπεδάκια. Δεν ψάχνουν τσάντες, γιατί σπάνια ερωτεύονται και όπως όλοι οι βλάκες, ποτέ δε νιώθουν ανίσχυροι.

Τρέμουν τις υποχρεώσεις, αλλά τελικά παντρεύονται μια υπομονετικιά, αφού την πρήξαν επί χρόνια τόσο, που δε θέλει πια ούτε να τους χέσει. Κάνουν δύο μόγγολα, γιατί “ένα ίσον κανένα”. Ή τρία, αν τα δύο πρώτα είναι κορίτσια. Και βέβαια, τους αρέσουνε πολύ οι βιζιτούδες, τις οποίες πάντα ρωτάνε μετά το πήδημα: “Πώς ξέπεσες έτσι;”

Όχι, δεν έχουν αρκουδάκι οι μικροαστοί. Μόνο σκουπίδια. Σε τρόφιμα, σε ιδέες, σε τρόπο ζωής, σε πράξεις. Την ξέρω απέξω κι ανακατωτά την Αδελφότητα (…). Τρέμει μην πιαστεί κορόιδο και πάντα πιάνεται. Υπεκφεύγει. Στρεψοδικεί. Αναβάλλει. Υποκρίνεται. Ζητάει τα πάντα και δε δίνει τίποτα. Παριστάνει τη Δίκαιη.

Αρνείται τα τεστ πατρότητας για να γλιτώσει τη Διατροφή και πάντα είναι από κοντά ένας μειλίχιος και τίμιος επαρχιακός δικηγοράκος, πρόθυμος να σπιλώσει την άπορη κακομοίρα.

Ο Μικροαστός δε θέλει μπλεξίματα. Γι’ αυτό δε μπορεί να είναι ποτέ επαναστάτης, άρα παλικάρι. Δεν είναι αντιπαθής σαν υπέρμετρος, είναι σιχαμένος σαν πλαγιοδρόμος. Νομίζει πως είναι διπλωμάτης και πως λύνει γόρδιους δεσμούς, στην ουσία όμως ξεμπερδεύει μόνο τον εαυτό του  και τρελαίνει όλο τον κόσμο γύρω του.

Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από αυτά τα ήσυχα, μειλίχια ανθρωπάκια, τους μικροαστούς».


Απόσπασμα από το άρθρο "Βλέπει τσόντα ο Πρόεδρος;" (Περιοδικό 01, 1995), Μαλβίνα Κάραλη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"Paraísos Artificiais: Μια πολύχρωμη παράνοια"

«Paraísos Artificiais» ή αλλιώς «Τεχνητοί Παράδεισοι». Πρόκειται για μια βραζιλιάνικη ταινία με σκηνοθέτη τον Marcos Prado και πρωταγωνιστές τη Nathalia Dill στο ρόλο της Έρρικα και τον Luca Bianchi στο ρόλο του Νάντο.  Όλα ξεκινούν σε μια παραδεισένια παραλία στη βορειοανατολική Βραζιλία, όπου γίνεται ένα τεράστιο μουσικό ψυχεδελικό φεστιβάλ. Η ταινία παρουσιάζει ένα κομμάτι των εμπειριών που έζησε το rave κίνημα μέσα από τη trance μουσική, τα ναρκωτικά και το σεξ.  Οι ζωές των δυο πρωταγωνιστών του Nάντο και της Dj Έρρικα, χωρίς να το συνειδητοποιήσουν, ενώνονται από ένα χαοτικό παιχνίδι της μοίρας. Η συνάντησή τους αλλάζει τις ζωές τους για πάντα.  Η ταινία πραγματεύεται το σκοτεινό κόσμο της ψυχεδέλειας και των ναρκωτικών. Η Έρρικα μέσα από τη δοκιμή ενός ναρκωτικού, την «τελετή του πεγιότ», μια τελετή των Ινδιάνων για την αυτογνωσία έρχεται αντιμέτωπη με τους μεγαλύτερους φόβους της και καταφέρνει να τους αντιμετωπίσει. Όταν τους ξεπερνά καλείται να αντιμετωπίσει την πρ

Άλλο ένα ποίημα του Pablo Neruda

Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια.  Να γράψω, ας πούμε: «έχει μι' αστροφεγγιά απόψε και τα μενεξεδιά αστεράκια λαμπυρίζουνε στα χάη ». Της νύχτας ο άνεμος διαβαίνει στους ουρανούς και τραγουδάει. Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια. Την αγαπούσα εγώ, και κάπου κάπου μ' αγάπαγε κι εκείνη. Χιλιάδες βράδια, όπως και τώρα, την έσφιγγα στην αγκαλιά μου. Αμέτρητα φιλιά της έδινα κάτω απ' τον άσωτο ουρανό. Μ' αγάπαγε κι εκείνη, και κάπου κάπου την αγάπαγα κι εγώ.  Πώς να μην τ' αγαπήσεις τα μεγάλα, τα ήμερα μάτια της. Απόψε μου πάει να γράψω τα πιο πικρά στιχάκια. Θα σκέφτομαι πως δεν την έχω εγώ. Θα νιώθω ότι την έχω χάσει. Θ' ακούω την απέραντη νύχτα, την πέντε φορές απέραντη χωρίς εκείνην. Και τους στίχους να πέφτουν στην ψυχή μου όπως πέφτει η δροσιά στο λιβάδι. Τι έχει να κάνει που η δικιά μου αγάπη εκείνηνε δεν την αγγίζει;. . . Έχει μι' αστροφεγγιά απόψε, μα εκείνη δεν είναι μαζί μου. Αυτά λοιπόν. Πέρα, μακρ

Το όνειρο (Pablo Neruda)

Περπάταγα στην αμμουδιά κι αποφάσισα να σ' αφήσω. Πατούσα μια μαύρη λάσπη που τρεμούλιαζε, κι όπως βούλιαζα και ξανάβγαινα πήρα την απόφαση να φύγεις από μέσα μου, με βάραινες σαν πέτρα κοφτερή, και σχεδίασα το χαμό σου βήμα βήμα: θα έκοβα τις ρίζες σου, θα σ' αμόλαγα στον άνεμο μόνη. Αχ εκείνο το λεπτό, καρδιά μου, ένα όνειρο με τα τρομερά φτερά του σε σκέπαζε. Ένιωθες να σε καταπίνει η λάσπη, και με φώναζες κι εγώ δεν ερχόμουν, και χανόσουν, ακίνητη, ανυπεράσπιστη μέχρι που πνίγηκες μέσα στο στόμα της άμμου. Έπειτα η απόφασή μου συνάντησε το όνειρό σου, κι από το χωρισμό που μας έσκιζε την ψυχή, αναδυθήκαμε καθαροί ξανά, γυμνοί, αγαπώντας ο ένας τον άλλον δίχως όνειρο, δίχως άμμο, ακέραιοι και ακτινοβολώντας, σημαδεμένοι από τη φωτιά.